Home /Storydoc activities /Ο Βρώμικος Πόλεμος του Μουσολίνι, Ενα ντοκυμαντέρ 52 λεπτών του Τζοβάνι Ντονφραντσέσκο
11 April 2008

 

_1.jpgΕισαγωγή

Η εικόνα που παρουσιάζεται όλα αυτά τα χρόνια σε αμέτρητες ταινίες και βιβλία είναι ότι οι Ιταλοί στρατιώτες εμφανίζονται ως δειλοί ή τουλάχιστον ως αδιάφοροι για τον πόλεμο, και τους ενδιαφέρει περισσότερο να φλερτάρουν με τα όμορφα κορίτσια παρά να πολεμούν. Αλλά στην πραγματικότητα, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Από τα τέλη του ’20 μέχρι τη πτώση του Μπενίτο Μουσολίνι το 1943, η Φασιστική Ιταλία σκότωσε τουλάχιστον μισό εκατομμύριο αθώους Έλληνες, Γιουγκοσλάβους, Λίβυους και άλλους που είχαν την ατυχία να βρεθούν στο διάβα του Ντούτσε.

Κατά την κατάκτηση της Λιβύης και της Αιθιοπίας και αργότερα, κατά την διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, το Ιταλικό Φασιστικό καθεστώς υιοθέτησε μια σκληρή στρατηγική πολέμου ενάντια στους άμαχους πολίτες των χωρών που είχαν καταλάβει.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι Ναζιστές ηγέτες οι οποίοι έπεσαν στα χέρια των Συμμάχων πέρασαν από την δίκη της Νυνεμβέργης και πλήρωσαν με την ζωή τους τα εγκλήματά τους.

Όμως παρόλο που 1857 Ιταλοί παραπέμφθηκαν στα διεθνή δικαστήρια πολέμου, ούτε ένας δεν καταδικάστηκε, επειδή προστατευόταν από τους Βρετανούς και τους Αμερικανούς.

Αυτή η σελίδα έχει απαλειφθεί με μεγάλη ευκολία από τα βιβλία Ιστορίας. Ένας από τους λόγους ήταν η ρεαλπολιτίκ. Οι Σύμμαχοι, πασχίζοντας να κρατήσουν την Ιταλία στην Δύση καθώς ξεκινούσε ο Ψυχρός Πόλεμος, προστάτευαν εκείνους που ήταν υπεύθυνοι για τα πιο αποτρόπαια εγκλήματα.

Η Ταινία

Με την βοήθεια της έρευνας που διεξήγαγε η καθηγήτρια Λίντια Σανταρέλι (Πανεπιστήμιο Princeton/Columbia), το ντοκυμαντέρ παρουσιάζει τον Κώστα Χατζήνα και τον τοπικό ιστορικό Στάθη Ψωμιάδη και τον δικαστικό αγώνα που κάνουν για να αφηγηθούν ένα γεγονός που ηθελημένα έχει βγει από τα βιβλία της Ιστορίας και από τις μνήμες των ανθρώπων στην Ιταλία αλλά και στην Ελλάδα.

Το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου του 1943 τα Ιταλικά στρατεύματα αφού ερήμωσαν και έβαλαν φωτιά στην πόλη, έδιωξαν τα γυναικόπαιδα και σκότωσαν όλους τους άνδρες ηλικίας από 14 ως 80 ετών.

Αχαλίνωτη συμπεριφορά ανεξέλεγκτων στρατευμάτων; Όχι! Θέμα στρατηγικής. Η σφαγή ήταν το αποτέλεσμα σαφών διαταγών από το Γενικό Επιτελείο.

Χάρη στην αδημοσίευτη έρευνα της καθηγήτριας Σανταρέλι στα στρατιωτικά αρχεία έγινε δυνατή η ανασύνθεση της αλληλουχίας των διαταγών και η ταυτοποίηση των υπευθύνων.

Αυτή η περιπτωσιολογική μελέτη έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της στρατηγικής του πολέμου που ασκήθηκε κατά τον Φασιστικό επεκτατισμό ενάντια στον άμαχο πληθυσμό. Βιαιοπραγίες, λεηλασίες, εκτελέσεις, στρατόπεδα συγκεντρώσεων, βασανιστήρια, ρατσισμός και εθνοκάθαρση: όλα χωρίς τιμωρία. Αυτή είναι η πραγματική άγνωστη πλευρά του βρώμικου πολέμου του Μουσολίνι.

Σήμερα το Δομένικο μοιάζει με ένα τυπικό παραδοσιακό, ήσυχο χωριό. Όμως κάθε χρόνο στις 16 Φεβρουαρίου οι κάτοικοι του χωριού τελούν επιμνημόσυνη δέηση.

Μια σημαντική ταινία που τραβήχτηκε λίγο μετά το μακελειό, φυλάσσεται στα αρχεία του Αυτοκρατορικού Μουσείου Πολέμου και δείχνει τους ελάχιστους επιζήσαντες να τριγυρνούν ανάμεσα στα χαλάσματα του κατεστραμμένου χωριού. Μερικοί από αυτούς ζουν μέχρι και σήμερα.

Ο Ιωάννης Ζάγκας, που τώρα το πρόσωπό του έχει γεμίσει με ρυτίδες και έχει ένα δασύτριχο μουστάκι, ήταν 9 χρονών τότε. Έχασε τον πατέρα του και τρεις θείους του στη σφαγή. Η θύμηση του γεγονότος αυτού ακόμη τον αναστατώνει. Δεν μπορεί να ξεχάσει την στιγμή που ο πατέρας του τον έσπρωξε στην μητέρα του για τελευταία φορά, προτρέποντας την να τον σώσει και να διατηρήσει το όνομα της οικογένειας.

Ακόμη ονειρεύεται τον πατέρα του μερικές φορές. Στο όνειρό του ο πατέρας του τού λέει ότι είναι ακόμη ζωντανός. Όταν συμβαίνει αυτό, πηγαίνει στο καφενείο και κερνάει ένα ποτό σε όλους τους φίλους του για να μοιραστεί την χαρά που είχε βλέποντας τον ξανά.

Ο Χρήστος Κυπαρίσσης ήρθε πιο κοντά στο θάνατο από οποιονδήποτε άλλο. Βρισκόταν στην ομάδα που θα τουφέκιζαν. Την ώρα της εκτέλεσης τον πυροβόλησαν στο πόδι και εκείνος λιποθύμησε. Τον άφησαν γιατί νόμιζαν ότι είχε πεθάνει. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού – οι γιοι και οι κόρες, τα εγγόνια και οι χήρες επιζητούν ακόμη την δικαιοσύνη που δεν έλαβαν: κανείς από τους στρατιώτες ή από αυτούς που έδωσαν την διαταγή για αυτήν την σφαγή δεν έχει τιμωρηθεί.

Ο Δήμαρχος του Δομενικού αναζητεί τους υπευθύνους. Δύο στρατιώτες είναι ακόμη ζωντανοί, ενώ οι διοικητές της ταξιαρχίας στρατηγοί Geloso και Benelli έχουν πεθάνει από καιρό.

Ένας άλλος μεγάλος κατηγορούμενος, ο Λοχαγός Ravalli, έχει επίσης πεθάνει.

Ο Ravalli, ο μόνος Ιταλός στρατιώτης που δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο για την δολοφονία και τα βασανιστήρια σε φυλακισμένους, ελευθερώθηκε χάρη στη διαμεσολάβηση των Βρετανών. Όταν επέστρεψε στην Ιταλία έγινε αρχι-σύμβουλος του Πρωθυπουργού και αργότερα Αρχηγός της Αστυνομίας στο Παλέρμο.

Μέσα από την μικροϊστορία του χωριού Δομένικο, αποκαλύπτεται ένα ευρύτερο σενάριο: πρόσφατα οι Ιστορικοί ανακάλυψαν μια ατέλειωτη σειρά από σφαγές αμάχων που διέπραξε ο Ιταλικός στρατός.

Οι Ιταλοί χρησιμοποίησαν χημικά όπλα ενάντια σε άμαχο πληθυσμό στην Αιθιοπία, και έχουμε πρόσβαση σε κινηματογραφικό υλικό που δείχνει την επίδραση του αερίου της μουστάρδας σε άμαχο πληθυσμό. Στρατόπεδα συγκεντρώσεων που συνήθως χαρακτηρίζουν τους Ναζί, έχουν πράγματι δημιουργηθεί από Ιταλούς στην Λιβύη όπου και στάλθηκαν τα στρατεύματά τους στις αρχές του της δεκαετίας του ’30.

Η Ιταλία, και όχι η Γερμανία, είχε 200 στρατόπεδα συγκεντρώσεων στα Βαλκάνια. Σε αυτά τα στρατόπεδα βρέθηκαν εκατοντάδες φυλακισμένοι (συμπεριλαμβανομένων γυναικών και παιδιών) που πέθαιναν από αρρώστιες, από πείνα και από δίψα. Στρατόπεδα συγκεντρώσεων όπως αυτό στην Ραμπ (Γιουγκοσλαβία) είχαν απίστευτα υψηλό αριθμό θανάτων, υψηλότερο ακόμα και από το διαβόητο στρατόπεδο Μπούχενβαλντ. Η ομάδα παραγωγής έχει βρει συγκλονιστικά αμοντάριστα πλάνα στα Ελληνικά αρχεία, κινηματογραφημένα με κρυμμένη κινηματογραφική κάμερα, κατά την περίοδο πείνας που προκλήθηκε από τις λεηλασίες και από την Ιταλική κατοχή της Ελλάδας και που οδήγησε σε λιμοκτονία και θάνατο περίπου 400.000 ανθρώπους.

Η ιστορική αλήθεια που αποσιωπούνταν για χρόνια ήταν ένα άγγιγμα του αέρα στην Ιταλική ιστορία που απέκτησε αξία όταν έληξε ο πόλεμος. Εκείνη την εποχή η Ιταλία φαινόταν να βρίσκεται στο χείλος μιας κομμουνιστικής επανάστασης. Η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειαζόταν συμμάχους στο πόλεμο ενάντια στην Σταλινική αυτοκρατορία. Πόσο βολικό ήταν να αγνοηθούν οι εκκλήσεις για σύλληψη των Ιταλών στρατιωτών και για παραπομπή τους σε δίκη;

Η στιγμή χάθηκε. Η φασιστική Ιταλία δεν ήρθε ποτέ αντιμέτωπη με την Νυρεμβέργη.

Τώρα, εξήντα χρόνια αργότερα, ήρθε η ώρα να ακουστεί η ιστορία.

Το Συμβάν

Στις 16 Φεβρουαρίου του 1943, έπειτα από ενέδρα που έστησαν οι αντάρτες και κατά την οποία σκοτώθηκαν εννέα Μελανοχίτωνες, ο διοικητής της Μεραρχίας Πινερόλο στην Θεσσαλία διέταξε την καταστροφή του χωριού Δομένικο, τον τουφεκισμό όλου του αξιόμαχου ανδρικού πληθυσμού ηλικίας 14 ως 80 ετών και την μετακίνηση των γυναικόπαιδων.

Το μακελειό στο Δομένικο δεν ήταν η πρώτη σφαγή αμάχου πληθυσμού που έγινε από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής στην Ελλάδα.

Ο νεωτερισμός ωστόσο έγκειται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά η πολιτική καταστολής των ανταρτών εγκαταλείπει την στρατηγική των αντιποίνων και παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας σφαγής με πολιτική χροιά (ούτε τουλάχιστον στην αναλογία των άμαχων θυμάτων προς τον αριθμό των στρατιωτών που σκοτώθηκαν: για εννέα στρατιώτες που σκοτώθηκαν από τους αντάρτες, τουφεκίστηκαν περίπου 150 με 200 πολίτες).

Η σφαγή στο Δομένικο έγινε μέσα στα πλαίσια μιας αυξανόμενης ριζοσπαστικοποίησης της διένεξης ανάμεσα στις δυνάμεις κατοχής και στο κίνημα των αντίστασης.

Πράγματι, δεν ήταν μόνο μια μεμονωμένη περίπτωση αλλά το προοίμιο μιας στρατηγικής καταστολής η οποία ξέσπασε την Άνοιξη και το Καλοκαίρι του 1943 σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, εκεί όπου είχε αναπτυχθεί το επίκεντρο της αντίστασης ενάντια στα στρατεύματα κατοχής του άξονα Ρώμης – Βερολίνου.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι στις αρχές του 1943 οι Γερμανικές δυνάμεις κατοχής που ήταν σταθμευμένες στην Ελλάδα δεν είχαν ακόμη υιοθετήσει παρόμοια τακτική ενάντια στον άμαχο πληθυσμό.

Η σφαγή του άμαχου πληθυσμού υιοθετήθηκε ως αντίποινα ενάντια στο κίνημα της αντίστασης αρχής γενομένης από τον Αύγουστο του 1943, παραμονές της Ιταλικής υποχώρησης στις 8 Σεπτεμβρίου.

Το Γεγονός

 

Το πρωί της 16ης Φεβρουαρίου 1943, έπειτα από ενέδρα των ανταρτών στην Ιταλική στρατιωτική πομπή κατά μήκος της εθνικής οδού Λάρισας – Ελασσόνας (Θεσσαλία), σκοτώθηκαν εννέα Μελανοχίτωνες ενώ ο αριθμός των ανταρτών που σκοτώθηκαν στη σφαγή είναι απροσδιόριστος.

Λίγες ώρες μετά την επίθεση των ανταρτών, ο διοικητής της Μεραρχίας Πινερόλο που ήταν σταθμευμένη στην Λάρισα διατάζει την καταστροφή του χωριού Δομένικο, το οποίο βρίσκεται σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων περίπου από την ενέδρα.

Τα Ιταλικά στρατεύματα περικυκλώνουν και βάζουν φωτιά στην κατοικημένη περιοχή. Πρώτα καταστρέφονται οι αποθήκες τροφίμων ενώ συγκεντρώνονται οι κάτοικοι και μεταφέρονται στην κεντρική πλατεία του χωριού όπου και διαχωρίζονται τα γυναικόπαιδα από τους αρτιμελείς άνδρες.

Αργά το βράδυ, καθώς τα γυναικόπαιδα μεταφέρονται στο διπλανό χωριό Δαμασούλι, οι αρτιμελείς άνδρες οδηγούνται στο ξέφωτο Δαμάσι (μερικά χιλιόμετρα έξω από το Δομένικο).

Ο τουφεκισμός των χωρικών που περικυκλώθηκαν στο Δομένικο συνέβη σε αυτό το ξέφωτο.

Η εκτέλεση διαρκεί αρκετές ώρες με διάφορες διμοιρίες να αλλάζουν βάρδιες. Συμμετέχουν ο κανονικός στρατός καθώς και μονάδες Μελανοχιτώνων. Στο τέλος της εκτέλεσης, λίγο πριν τα χαράματα, ο υπεύθυνος για την σφαγή Ιταλός αξιωματικός διατάζει τον αρχηγό του χωριού Δαμάσι να συγκεντρώσει τους χωρικούς για να θάψουν τα πτώματα των θυμάτων.

Το περιστατικό αυτό επιβεβαιώνει την σημασία της ανθρωποσφαγής ως παραδειγματική τιμωρία προς τον άμαχο πληθυσμό. Ο στόχος της Ιταλικής στρατιωτικής διαταγής είναι διπλός: από τη μια μεριά να σπάσει τους δεσμούς αλληλεγγύης ανάμεσα σε χωρικούς και σε ομάδες ανταρτών και από την άλλη μεριά να σταματήσει την κάθε πολιτική μη αναμίξεως ή την ‘παθητική συνεργασία’ με τις οργανώσεις των ανταρτών.

Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων του άμαχου πληθυσμού ποικίλει, ανάλογα με τις διάφορες πηγές, ανάμεσα σε 150 με 200 ανθρώπους (στην πραγματικότητα όμως είναι διπλάσιος από την αναλογία ένα προς δέκα που συνήθως εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αντιποίνων).